μοιχαλίδα

μοιχαλίδα
[-ίς (-ίδος)] η
1) неверная жена, изменница; прелюбодейка; 2) проститутка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "μοιχαλίδα" в других словарях:

  • μοιχαλίδα — η (ΑΜ μοιχαλίς, ίδος) έγγαμη γυναίκα που διαπράττει μοιχεία, που απατά τον άνδρα της νεοελλ. πόρνη μσν. αρχ. ως επίθ. διεφθαρμένη («γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῑον ἐπιζητεῑ», ΚΔ) | αρχ. 1. γυναίκα που δεν πιστεύει στον θεό, άπιστη 2. η τάση… …   Dictionary of Greek

  • μοιχαλίδα — η το θηλ. του μοιχός (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μοιχαλίδα — μοιχαλίς unfaithful to God fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • блоудити — БЛОУ|ДИТИ (93), ЖОУ, ДИТЬ гл. 1.Блуждать, скитаться, плутать: не прѣзьри видѣвъ тельць брата своѥго... блоу||дѩщааго по поути. (πλανώμενον) КЕ XII, 235 236; блоудѩ по поустынѩмъ. ни хлѣба въкоуша˫а. ни подъ кровъ ходѩ. ПрЛ XIII, 54в; ˫ако во тмѣ… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • MERETSRCIS — seu prostibuli nuptiae, inter vetitas, apud Hebraeos, referuntur Iosepho Ant. Iud. l. 4. c. 8. ubi haec habentur verba, inter Leges apud cum Nuptiales, Ε῎ιτι μηδὲ ἡταιρημένης εἶναι γάμον ἧς δἰ ὕβριν τοῦ σώματος τὰς ἐπὶ τοῦ γάμου θυσίας ὁ Θεὸς οὐκ …   Hofmann J. Lexicon universale

  • VERSICOLOR — Vestis, Meretricum apud Athenienses proptia, ex Lege memorata Suidae, τὰς ἑταίρας ἄνθινα φορεῖν, Meretrices floridas vestes indutae sunto. Artemidorus enim ποικίλαν et ἀνθηρὰν, versicolorem et floridam vocat, l. 2. c. 3. Γυναικὶ δὲ ποικίλη καὶ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άτιμος — η, ο (AM ἄτιμος, ον) [τιμή] 1. αυτός που δεν τιμάται, ο περιφρονημένος 2. επονείδιστος, αισχρός νεοελλ. 1. ατιμωτικός 2. μισητός, ελεεινός 3. (για γυναίκα) ανήθικη, μοιχαλίδα αρχ. μσν. (για αντικείμενο) χωρίς αξία, ευτελής αρχ. 1. αυτός που… …   Dictionary of Greek

  • λιπόγαμος — λιπόγαμος, ον (Α) 1. αυτός που εγκατέλειψε τους δεσμούς τού γάμου, τη συζυγική κοίτη 2. το θηλ. ως ουσ. (για την Ελένη) ή λιπόγαμος η μοιχαλίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < λιπ(ο) * + γάμος (< γάμος), πρβλ. πικρό γαμος, φιλό γαμος] …   Dictionary of Greek

  • μοίχαινα — μοίχαινα, ἡ (Μ) μοιχαλίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μοιχός + κατάλ. αινα (πρβλ. θέ αινα, λύκ αινα)] …   Dictionary of Greek

  • μοιχάς — μοιχάς, άδος, ἡ (ΑΜ) [μοιχός] (θηλ. τού μοιχός) 1. μοιχική («μοιχάς εὐνή», Τζέτζ.) 2. (δ. γρφ.) μοιχαλίδα …   Dictionary of Greek

  • μοιχή — μοιχή, ἡ (Α) [μοιχός] (σπάν. θηλ. τού μοιχός) η μοιχαλίδα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»